ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ ΚΑΙ Ο ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ
Είναι άνοιξη. Ο κυρ Τζίτζικας με την αχώριστη κιθάρα του, βγαίνει στην εξοχή κι αρχίζει το τραγούδι του. Δεν έχει καμία έννοια στο μυαλό του. Ξυπνάει πρωί πρωί, το ρίχνει στο τραγούδι και σταματάει το βράδυ, για να ξεκουραστεί και να κοιμηθεί. Πολλές φορές όμως, όταν έχει κέφι, τραγουδάει ως αργά, ώσπου να βγει το φεγγάρι.
- Τραγούδι και χαρά, μόνο έτσι αξίζει να ζει κανείς! λέει στα λουλουδάκια που τον κοιτάζουν με θαυμασμό. Μη στεναχωριόσαστε ποτέ για τίποτα και γλεντάτε από το πρωί μέχρι το βράδυ. Είμαι το πιο ευτυχισμένο έντομο του κόσμου και δίνω ζωή στο κάμπο και στα δάση με το τραγούδι μου. Τραγούδι λοιπόν και πάλι τραγούδι!!
Σε λίγο, όμως, σκοτείνιασε, βγήκε το φεγγάρι στον ουρανό και ο τζίτζικάς μας, αφού καληνύχτισε τα λουλουδάκια, αποφάσισε να κοιμηθεί για να ξεκουραστεί.
Οι μέρες πέρασαν, και να που έφτασε το καλοκαίρι. Ένα πρωί, σαν βγήκε ο ήλιος και φώτισε τον κάμπο, ο τζίτζικας πήρε τη κιθάρα του στη αγκαλιά του και άρχισε πάλι το τραγούδι του.
Εκείνη τη στιγμή έτυχε να περνούν κάτω από το δέντρο μερικά μερμηγκάκια που το καθένα τους, κουβαλούσε κι από ένα βαρύ σπόρο από στάρι.
-Πάλι άρχισε το τραγούδι του ο τζίτζικας, είπαν μεταξύ τους. Δεν νοιάζεται για τίποτα, τεμπελιάζει και τραγουδάει όλη την ημέρα.
Πίσω από αυτά τα μερμηγκάκια, ακολουθούσαν δύο άλλα, που έσπρωχναν με πολύ κόπο ένα μεγάλο ξερό κουκί. Μα ήταν πολύ βαρύ και βογκούσαν από την προσπάθεια. Δεν σταματούσαν όμως να πάρουν ανάσα.
Πιο πίσω έρχονταν δυο άλλα, που έσπρωχναν ένα μεγάλο φασόλι.
-Ε! τους φώναξε γελώντας ο τζίτζικας, αφού σταμάτησε για λίγο το τραγούδι του. Πόσο σας λυπάμαι καημένα! Από το πρωί ως το βράδυ κουβαλάτε σπόρους. Δεν βαρεθήκατε πια; Καθίστε λιγάκι να ξεκουραστείτε και να τραγουδήσετε κι εσείς. Η ζωή είναι όμορφη μόνο όταν κάθεται κανείς και όταν τραγουδάει. Δεν βλέπετε εμένα, πόσο χοντρός είμαι και τι όμορφα περνώ που δεν δουλεύω; Σαν τι καταλαβαίνετε με την πολλή δουλειά!
Τα δυο μερμήγκια δεν του αποκριθήκαν.
<< Άφησέ τον να λέει και μας κοροϊδεύει >>, είπαν μεταξύ τους. <<Εμείς ας κοιτάξουμε τη δουλεία μας. Πρέπει να γεμίσουμε τη φωλιά μας με σπόρους για να έχουμε το χειμώνα, που θα πιάσουν τα κρύα και τα χιόνια>>.

Έσπρωξαν με υπομονή το φασόλι τους ως την τρύπα της φωλιάς τους και το πήγαν σε μια μεγάλη αποθήκη, όπου φύλαγαν μόνο φασόλια.
Το έβαλαν μαζί με τα άλλα, μα δεν κάθισαν να ξεκουραστούν. Ξεκίνησαν πάλι για τον μακρινό τους δρόμο, να βρουν κανένα άλλο φασόλι γιατί έπρεπε να γεμίσουν σιγά σιγά την αποθήκη .
Σε λίγες μέρες μπήκε το φθινόπωρο. Τα φύλλα κιτρίνισαν και ο δυνατός αέρας άρχισε να σκορπίζει τη γη . Ο τζίτζικας τραγουδούσε ξένοιαστος στη διχάλα του δέντρου, μα με το φύσημα του αέρα, κατέβασε την κιθάρα του.
-Πω, πω! είπε κοιτάζοντας τον ουρανό. Πέρασε το καλοκαίρι χωρίς να το πάρω είδηση! Τα φύλλα μαράθηκαν και πέφτουν από τα κλαδιά. Και τα σύννεφα γίνονται μαύρα. Δεν πιστεύω να πιάσει καμιά μπόρα. Δεν βαριέσαι, είναι νωρίς ακόμα για ν' αρχίσουν οι βροχές. Ας συνεχίσω το τραγούδι μου.
Έφερε τη κιθάρα του ξανά στην αγκαλιά του, μα δεν πρόλαβε να ανοίξει το στόμα του.
Λαμπερές αστραπές άρχισαν να σκίζουν τα μαύρα σύννεφα και τα μπουμπουνητά έκαναν τη γη να τρέμει. Ο τζίτζικάς μας έβαλε τις φωνές από τον φόβο του και κρατώντας την κιθάρα με το ένα του χέρι, πήδησε από το δέντρο και άρχισε να τρέχει, για να μην τον πιάσει η μπόρα και βραχούν τα φτερά του. Μα η βροχή τον πρόλαβε και τον έκανε μούσκεμα. Ευτυχώς που βρήκε ένα μανιτάρι και κάθισε κάτω από την ομπρέλα του.
-Πότε πέρασε κιόλας το καλοκαίρι; είπε με παράπονο.
Κύλησαν ακόμα μερικές ημέρες. Ο τζίτζικας κρύωνε και έχασε το κέφι του. Το τραγούδι του δεν ακουγόταν πια χαρούμενο, όπως το καλοκαίρι. Ήταν να τον λυπάται κανείς. Είχε αδυνατίσει, γιατί δεν έβρισκε τίποτα να φάει. Ένα πρωί, πέρασε από το μονοπάτι που είχαν φυτρώσει τα λουλουδάκια και εκείνα άρχισαν να τον κοροϊδεύουν.
-Τι έπαθες, τζίτζικα, και τραγουδάς έτσι λυπητερά και άσχημα; του είπαν. Πού είναι η φωνή σου η δυνατή και ξάστερη; Μήπως γέρασες και βράχνιασες;
Ο τζίτζικας ντράπηκε, σταμάτησε το τραγούδι κι έφυγε, κρατώντας τη κοιλιά του από την πείνα. Δεν πρόλαβε να κάνει δέκα βήματα, όταν ο ουρανός άστραφτε κι άρχισε πάλι να βρέχει. Μα ο τζίτζικας δεν είχε τη δύναμη να τρέξει.
Πέρασαν κι άλλες μέρες, κι άλλες μέρες. Μπήκε, πια , για καλά ο χειμώνας , το κρύο έγινε πιο τσουχτερό και άρχισε να χιονίζει. Ο τζίτζικας , αδύνατος από την πείνα , άρρωστος, χλωμός και αξιολύπητος , κάθεται στη ρίζα ενός δέντρου και δεν ξέρει τι να κάνει. Πώς να γεμίσει το άδειο το στομάχι και να προφυλαχτεί από το κρύο; Εκείνη τη στιγμή θυμάται τα μεμρήγκια.
-Θα πάω να χτυπήσω την πόρτα τους! λέει με χαρά. Ξέρω πως οι αποθήκες τους είναι γεμάτες σπόρους. Θα δεχτούν να μου δώσουν και εμένα κάτι να φάω και να με κρατήσουν στη φωλιά τους, ώσπου να περάσει ο χειμώνας.
Και, μια και δυο, με τη κιθάρα πάντα στο χέρι, πηγαίνει και χτυπάει τη πόρτα τους.
-Τι θέλεις; τον ρώτησαν δυο μερμήγκια, καθώς βγήκαν από τη φωλιά τους και τον είδαν.

-Δώστε μου κανένα σποράκι και αφήστε με να περάσω μαζί σας τον χειμώνα, τα παρακάλεσε ο τζίτζικας.
-Φύγε, δεν ανοίγουμε στους τεμπέληδες, του είπαν εκείνα. Το καλοκαίρι που εμείς δουλεύαμε, εσύ τραγουδούσες όλη μέρα και μας κορόϊδευες. Δεν ξέρεις πως όποιος δεν εργάζεται πεθαίνει της πείνας; Πήγαινε τώρα, για να βάλεις μυαλό.
Μπήκαν ξανά στη φωλιά τους και του έκλεισαν την πόρτα. Και ο τεμπέλης ο τζίτζικας, που δεν φρόντισε το καλοκαίρι να μαζέψει σπόρους, όπως τα μερμήγκια, έφυγε τρεκλίζοντας και το βράδυ εκείνο κοιμήθηκε τουρτουρίζοντας και με άδειο στομάχι στο χιόνι.







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου